Αργεντίνικο τανγκό


Sharing spreads the fun
RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook
YouTube

 Το τανγκό είναι μία θλιμμένη σκέψη που χορεύει, δήλωνε ο Enrique Santos Disepolo, συνθέτης τραγουδιών τανγκό και γιος ενός ιταλού μουσικού, διευθυντής της ορχήστρας της αστυνομίας του Μπουένος Άιρες. Το τανγκό πρωτοεμφανίστηκε στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες, αρχικά στους οίκους ανοχής και αργότερα στα λεγόμενα κονβεντίγιο, κοινόβια που αποτελούνταν από χαμόσπιτα μαζεμένα γύρω από μία κεντρική αυλή όπου συνωστίζονταν κυρίως μετανάστες.

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ορισμένα κονβεντίγιο διοργάνωναν γιορτές όπου χόρευαν τανγκό, για τις γυναίκες ήταν δωρεάν, ενώ οι άντρες έπρεπε να πληρώσουν. Στην παραγκούπολη γεννήθηκε και η μυστική πλέον φιγούρα του αλαζόνα νταή κομπραντριτο, που συχνά ήταν μέλος του υποκόσμου. Το τανγκό δέχτηκε επίσης επιρροές από τις αγροτικές κοινωνίες, από όπου πρωταγωνιστούσε ο γκαούτσο, γελαδάρης της αργεντίνικης Πάμπας. Με την πάροδο του χρόνου το τανγκό έπαψε να είναι μόνο ένα είδος χορού και εξελίχθηκε σε μουσικό είδος, όπως συνέβη και με την τζαζ.

tango

Στην Ευρώπη ξεφύτρωσαν εστιατόρια όπου μπορούσε κανείς να απολαύσει το φαγητό του υπό τους ήχους του νέου αυτού μουσικού είδους. Το πρώτο από αυτά ήταν το μυθικό Tabarin στο Παρίσι, πολυτελές εστιατόριο με ζωντανή μουσική και χορό τανγκό. Οι θαμώνες αυτών των καταστημάτων ήταν πλούσιοι μεγαλοαστοί που συνέρρεαν εκεί με τις συζύγους ή τις ερωμένες τους. Ουσιαστικά τότε το τανγκό είχε πια χάσει την αρχική του αίγλη και σταδιακά εξελίχθηκε στον πιστό φίλο των αργεντινών ανά τον κόσμο. Ακόμη και αν ο αργεντινός μετανάστης που αναζητά την τύχη του αλλού δεν γυρίσει ποτέ πίσω στην πατρίδα του, το τανγκό του θυμίζει πάντα την αργεντινή.

 

 

Ο γκαούτσο και ο κομπραντριτο

Στο τανγκό πρωταγωνιστούν δύο αρσενικές φιγούρες : Η μια προέρχεται από την πεδιάδα και είναι ο γκαούτσο και η άλλη είναι ο γόης της γειτονιάς, ο κομπραντριτο. Οι πρώτες αναφορές στον γκαούτσο πρέπει να αναζητηθούν στο δέκατο όγδοο αιώνα. Είχε μακριά και ατημέλητα μαλλιά, φορούσε χαλαρά και φαρδιά παντελόνια και από πάνω το τσιριπα, ένα μαντίλι σφιγμένο στη μέση μαζί με την πλατιά δερμάτινη ζώνη του, και μπότες από δέρμα αλόγου. Ποτέ δεν ξεχνούσε των φακον του, ένα τεράστιο μαχαίρι, χρήσιμο στη δουλειά αλλά και στους καβγάδες- μονομαχίες με τους εχθρούς του. Ο γκαούτσο ήταν μοναδικός και για παρέα είχε την κιθάρα του, που τον συνόδευε στην άλλοτε φιλόξενη και άλλοτε εχθρική του φύση.

338777_478544565492513_1177289901_o

Φορούσε το καπέλο του έχοντας ανασηκωμένο το γείσο στο μέτωπο, προστατευόταν από το κρύο με ένα μάλλινο σάλι, το πόντσο, και για να επιδείξει τις ικανότητές του έριχνε την μπολεαδορα, δηλαδή το λάσο, όπως λέγεται στη νότια Αμερική. Στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες ξεχώριζε η φιγούρα του κομπραντριτο, την οποία περιέγραψε με έντεχνο τρόπο ο Χορχε Λουίς Μπόρχες στα διηγήματά του. Ρομαντικός και αφοσιωμένος, ο κομπραντριτο σκοτώνει μόνο για να υπερασπιστεί ένα φίλο του παρακινημένος από το πάθος του. Ήταν πάντα κομψά ντυμένος, καπέλο, σακάκι με φαρδύς ώμους, μεταξωτό φουλάρι δεμένο στο λαιμό και στενά παντελόνια με ρίγες. Ακολουθούσε έναν κώδικα τιμής και μιλούσε μία δική του αργκό, τα λουνφαρντο, που ήταν ένας συνδυασμός αργκό του υποκόσμου με στοιχεία της γλώσσας των μεταναστών.